Ο Πόλυς Κουρουσίδης είναι Μέλος του Π.Γ. ΔΗΣΥ και Πρόεδρος του Συνδέσμου Εκτιμητών Ακινήτων Κύπρου
Ζούμε σε μια εποχή όπου το φαίνεσθαι έχει καταπιεί το είναι. Η πολιτική αντιπαράθεση σε αρκετές περιπτώσεις διολισθαίνει επικίνδυνα από τη σφαίρα της επιχειρηματολογίας στο πεδίο των κραυγών. Ο δημόσιος λόγος έχει μετατραπεί σε τηλεοπτικό ριάλιτι, ο διάλογος σε μονόλογο και η πολιτική πράξη σε διαρκή επίδειξη εντυπώσεων μέσω των κοινωνικών δικτύων. Οι θεσμοί βάλλονται, η εμπιστοσύνη των πολιτών αποδομείται και η ουσία παραμερίζεται προς χάριν του συνθήματος. Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ο λαϊκισμός δεν είναι απλώς ένα φαινόμενο, είναι μια πολιτική πανδημία, που μεταδίδεται από οθόνη σε οθόνη και μεταλλάσσεται από πικρία σε αγανάκτηση.
Τις παθογένειες αυτές της δημόσιας πολιτικής ζωής τις βιώσαμε και πρόσφατα, στη μεγάλη πυρκαγιά στην επαρχία Λεμεσού. Σε πολλές περιπτώσεις ξεφύγαμε από την ουσία. Υπερίσχυσαν το κρεσέντο της καλύτερης ατάκας, η ένταση, ο προσανατολισμός και ο αποπροσανατολισμός. Σοβαρά ερωτήματα έμειναν αναπάντητα, ανάμεσά τους και το διαχρονικό: μπορεί τελικά η πολιτική ευθύνη να αποδοθεί ή μόνο να αναλαμβάνεται;
Η πολιτική, όμως, δεν μπορεί να είναι ισοπέδωση. Δεν είναι πλειοδοσία καταγγελίας ούτε θεατρινισμός. Η πολιτική είναι ευθύνη. Είναι σύνθεση και όραμα. Είναι η ικανότητα να κατανοείς τη σύνθετη πραγματικότητα, να προτείνεις εφαρμόσιμες λύσεις και να μετατρέπεις τις ιδέες σε πολιτικές μετρήσιμες με κριτήριο το κοινό καλό. Και σε κάθε ώριμη Δημοκρατία, αυτή η προσπάθεια οφείλει να είναι συλλογική. Ο λαϊκισμός αντιστρέφει αυτή τη διαδικασία. Προσφέρει εύκολες απαντήσεις σε δύσκολα προβλήματα. Χτίζει το αφήγημά του πάνω σε διχαστικές γραμμές: «ο λαός» απέναντι σε μια υποτιθέμενη «διεφθαρμένη ελίτ». Απαξιώνει θεσμούς, υπονομεύει τη δικαιοσύνη, αμφισβητεί κάθε αντίλογο και παρουσιάζει την προσωπική αφήγηση ως τη μοναδική αλήθεια. Είναι πολιτική χωρίς πυξίδα και χωρίς υπευθυνότητα.
Στην Κύπρο, τα σημάδια είναι πλέον ξεκάθαρα. Αντί για θεσμικό διάλογο, παρακολουθούμε τηλεοπτικού τύπου παρεμβάσεις και διαδοχικές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσωπικές στοχοποιήσεις, επιλεκτική ηθικολογία και μια δημόσια σφαίρα που θυμίζει περισσότερο αρένα παρά βήμα διαλόγου. Ο λαϊκισμός εδώ δεν υπηρετεί τη διαφάνεια, την εργαλειοποιεί. Δεν ενισχύει τη Δημοκρατία, τη μετατρέπει σε προσωπική σκηνή. Οι μεγάλες προσδοκίες γεννούν μεγάλες απογοητεύσεις. Το ζήσαμε, το ζούμε και αν δεν αντιδράσουμε θα το ξαναζήσουμε. Η πολιτική είναι διαρκής άσκηση ευθύνης, τόσο για τον πολιτικό όσο και για τον πολίτη. Όμως, το τίμημα της ανευθυνότητας είναι συλλογικό. Στο τέλος της ημέρας, τον λογαριασμό τον πληρώνουμε όλοι: εμείς, τα παιδιά μας, ολόκληρη η κοινωνία.
Στη Δημοκρατία, η πρόοδος δεν επιτυγχάνεται μέσα από προσωπικές προβολές ή συγκρούσεις για εντυπώσεις, αλλά με συλλογική δουλειά, θεσμικό σεβασμό και δημοκρατική λογοδοσία. Η ένταση και οι καταγγελίες δεν αποτελούν απόδειξη δικαίου, όπως και η στοχοποίηση δεν οδηγεί σε μεγαλύτερη ηθική υπεροχή. Η αλήθεια δεν επιβάλλεται με ψευδοδιλήμματα και αντιπαραθέσεις χωρίς ουσία· αναδεικνύεται με συνέπεια, τεκμηρίωση και έργα. Η δημιουργικότητα ξεκινά από τη λογική και την υπευθυνότητα, όχι από την ισοπέδωση.
Η διαφάνεια δεν κατακτιέται με «δικαστήρια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης». Κατακτιέται με θεσμική λειτουργία, με ανεξάρτητους ελέγχους, με συλλογική βούληση για λογοδοσία. Χτίζεται μέσα από μεταρρυθμίσεις, όχι με προσωπικά hashtags. Η πολιτική ζωή της χώρας δεν έχει ανάγκη από άλλους αυτόκλητους καθοδηγητές. Χρειάζεται θεσμικούς εργάτες, όχι λαϊκιστές. Χρειάζεται πολιτικούς που εμπνέουν με έργο, όχι με μοντάζ και σλόγκαν. Λιγότερους δημαγωγούς. Περισσότερους δημιουργούς.
Ο λαϊκισμός μπορεί να χαϊδεύει αυτιά, δηλητηριάζει όμως τη δημόσια ζωή και διαβρώνει τα θεμέλια της κοινωνικής συνοχής. Και γι’ αυτό, η μάχη εναντίον του δεν είναι απλώς πολιτική, είναι θεσμική, ηθική και εθνική.