Πενήντα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, το προσφυγικό πρόβλημα παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Χιλιάδες συμπολίτες μας στερήθηκαν τη γη τους, τα σπίτια τους, την περιουσία τους.
Παράλληλα, η κυπριακή κοινωνία αντιμετωπίζει σήμερα ένα οξύτατο στεγαστικό πρόβλημα, με νέους που δυσκολεύονται να αποκτήσουν στέγη, με ενοίκια και τιμές κατοικιών στα ύψη. Δύο προβλήματα που μοιάζουν διαφορετικά, αλλά στην πραγματικότητα έχουν κοινή συνισταμένη, το δικαίωμα στη στέγη, την αξιοπρέπεια και τη δικαιοσύνη.
Δύο προβλήματα που σημάδεψαν γενιές και παραμένουν αναπάντητα από την πολιτεία. Από τη μια, δεκάδες χιλιάδες ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας στις κατεχόμενες περιοχές στερήθηκαν τη γη, τα σπίτια και τις περιουσίες τους, βλέποντας τους τίτλους ιδιοκτησίας να μετατρέπονται σε άχρηστα χαρτιά. Από την άλλη, οι νέοι και οι οικογένειες της σημερινής εποχής βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ασφυκτικό στεγαστικό αδιέξοδο: ενοίκια στα ύψη, απαγορευτικές τιμές κατοικιών, μισθοί που δεν επαρκούν για την απόκτηση πρώτης στέγης.
Το δικαίωμα του πολίτη στη στέγη, στην αξιοπρέπεια και στη δικαιοσύνη. Η απουσία λύσης για τους ιδιοκτήτες περιουσιών στα κατεχόμενα δεν είναι απλώς μια αδικία του παρελθόντος. Είναι μια καθημερινή αδικία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Και η αδυναμία της πολιτείας να δώσει απάντηση στο στεγαστικό δεν είναι μόνο κοινωνικό ζήτημα, είναι και ζήτημα πολιτικής βούλησης.
Η πρόταση για τη δημιουργία ενός Ταμείου Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης φιλοδοξεί να ενώσει αυτά τα δύο προβλήματα σε μια ενιαία, πρακτική και δίκαιη λύση. Οι ιδιοκτήτες περιουσιών στις κατεχόμενες περιοχές γίνονται μέτοχοι στο Ταμείο, αναλογικά με την αξία και τον συντελεστή δόμησης της περιουσίας τους. Οι επενδυτές που θέλουν να χτίσουν πέραν του επιτρεπόμενου ορίου αγοράζουν δικαιώματα δόμησης από το Ταμείο. Και τα έσοδα που προκύπτουν κατευθύνονται με δικαιοσύνη και διαφάνεια στους ιδιοκτήτες, αλλά και στην κοινωνία, μέσα από έργα προσιτής στέγης, κοινωνικές κατοικίες και αναβάθμιση των προσφυγικών συνοικισμών.
Το σχέδιο είναι σαφές και ρεαλιστικό. Ο κάθε ιδιοκτήτης λαμβάνει άμεσα το 50% της αξίας της περιουσίας του, ώστε να έχει μια εφάπαξ αποζημίωση που του αναγνωρίζει έμπρακτα την απώλεια που υπέστη. Το υπόλοιπο 50% παραμένει στο Ταμείο, επενδύεται και δημιουργεί μια μόνιμη πηγή εισοδήματος, με σταθερά μερίσματα για τους ιδιοκτήτες και τις οικογένειές τους. Παράλληλα, ένα ποσοστό των εσόδων διοχετεύεται στην οικοδόμηση χιλιάδων νέων κατοικιών για νέους ανθρώπους που σήμερα βλέπουν τη ζωή τους να παγιδεύεται μεταξύ χαμηλών μισθών και πανάκριβων ενοικίων.
Κρίσιμο στοιχείο του σχεδίου είναι η διασφάλιση ότι οι περιουσίες μας δεν θα ξεπουληθούν στα κατεχόμενα. Όσοι ιδιοκτήτες έχουν αιτήσεις στην λεγόμενη «Επιτροπή Αποζημιώσεων» καλούνται να τις αποσύρουν και να αποζημιωθούν μέσω του Ταμείου, το οποίο λειτουργεί εντός του κράτους δικαίου και προστατεύει την εθνική περιουσία. Έτσι, μπλοκάρεται η έμμεση νομιμοποίηση της κατοχής και ενισχύεται η ενότητα του εσωτερικού μετώπου.
Οι τρεις ξεκάθαροι στόχοι του Ταμείου θα είναι:
- Δικαίωση για τους ιδιοκτήτες περιουσιών στα κατεχόμενα.
- Επένδυση στην προσιτή στέγαση και στήριξη της νέας γενιάς αλλά και γενικότερα της κοινωνίας.
- Διασφάλιση ότι οι περιουσίες μας στα κατεχόμενα δεν θα ξεπουληθούν.
- Οι επενδύσεις δεν γίνονται εις βάρος των πολλών, αλλά προς όφελος των πολλών
Με αυτό το εργαλείο, οι ιδιοκτήτες αποκτούν δίκαιη αποζημίωση και σταθερό εισόδημα. Οι νέοι και γενικότερα όσοι πληρούν τα κριτήρια θα αποκτούν πρόσβαση σε προσιτή στέγη. Το κράτος αποκτά ένα αυτοχρηματοδοτούμενο εργαλείο κοινωνικής πολιτικής χωρίς να χρειάζεται να επιβαρύνει περαιτέρω τους φορολογούμενους. Οι επενδυτές έχουν λόγο να συμμετάσχουν, αλλά με κοινωνικό πρόσημο, γνωρίζοντας ότι η υπεραξία που αποκτούν επανεπενδύεται στην κοινωνία.
Η πολιτική σημασία είναι τεράστια. Δεν μιλάμε για μια τεχνοκρατική ρύθμιση, αλλά για μια στρατηγική που μπορεί να μετατρέψει μια ιστορική αδικία σε προοπτική για το μέλλον. Για να πάψει ο τίτλος ιδιοκτησίας να είναι ένα κενό χαρτί και να γίνει πραγματική μετοχή, περιουσία, εισόδημα. Για να πάψει η νέα γενιά να αισθάνεται ξένη στον τόπο της, ανίκανη να χτίσει ζωή και οικογένεια. Για να αποδείξει το πολιτικό σύστημα ότι δεν παρακολουθεί απλώς τα προβλήματα να διαιωνίζονται, αλλά παίρνει αποφάσεις που παράγουν δίκαιες λύσεις.
Αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να περιμένει άλλα πενήντα χρόνια. Η κυπριακή πολιτεία έχει ιστορικό χρέος απέναντι στους ιδιοκτήτες περιουσιών στα κατεχόμενα και κοινωνική ευθύνη απέναντι στους νέους. Η Βουλή, η Κυβέρνηση, οι τοπικές αρχές και οι κοινωνικοί φορείς οφείλουν να κινηθούν συντονισμένα. Το Ταμείο Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης πρέπει να θεσμοθετηθεί και να εφαρμοστεί. Δεν είναι θέμα επιλογής, είναι θέμα πολιτικής βούλησης.
Η Κύπρος δεν αντέχει άλλες χαμένες δεκαετίες. Χρειάζονται τώρα έξυπνες, εφαρμόσιμες και δίκαιες λύσεις. Το Ταμείο Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης μπορεί να γίνει το εργαλείο
που θα ενώσει δύο μεγάλες κοινωνικές πληγές σε μια κοινή προοπτική. Από την αδικία μπορούμε να περάσουμε στη λύση για τους ιδιοκτήτες, για τους νέους, για την κοινωνία.